Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ψ.



Μ κλειδωμένο τ μυαλ κα τ βλέμμα
προχωρ στν ψυχρ τέλειωτο διάδρομο –
πότε μόνη, πότε ποβοηθούμενη.
Δεξι κι ριστερ μέτρητες ρωγμς
π αχμάλωτα δάκρυα,
πρησμένοι σοβάδες, νάγλυφοι
π ορλιαχτ πο πάλλουν κολασμνα...

Πλέον δ γράφει - μετ βίας μπορε
ν συμμαζέψει μι σκέψη πλή.
Κι μως, τ ξέρω, π 'κείνη τ φθαρμένη καρέκλα,
μ τ φθην τσιγάρο σφηνωμένο στ δάχτυλα,
μ τ χημικ της μάτια προέκταση το παραθύρου,
γενν μέσα της στίχους γερούς –
σειρς π λουλούδια κρυσταλλικά
σ χωράφια ρμονικ σπαρμένα,
κι π πάνω χιλιάδες ο κελαηδισμοί
γκαλιασμένοι μ τς πι γλυκς νταύγειες τ΄ορανο -
παράδεισοι πεπιεσμένοι...

σως δ λέγονται μ λόγια ατά –
συνοψίζονται μως σίγουρα σ΄να της βλέμμα.
να βλέμμα πο ν διαβαστε τόφιο,
γκρεμίζει λες τς σιωπές,
γκρεμίζει λους τος τοίχους.

Κα λς, Θεέ μου γιατί;
γιατί φήνεις τέτοια ποιήματα ν πέφτουν μετάφραστα;..


Ε. Μύρων, 5/2017