Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Γεράσιμος Λυκιαρδοπουλος: Μια επίμονη πυξίδα


Δεν θα ‘ρθούμε.

Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος.

Γ. Λ. 


Θα αρχίσω με μια εξομολόγηση, ως είθισται στα ποιητικά πράγματα: το κείμενο δεν είναι κριτικό σημείωμα ή τυπικό αφιέρωμα στον ποιητή Λυκιαρδόπουλο, πρόκειται για μια προσωπική περιδιάβαση στους στίχους του και μια αποτύπωση όσων εισέπραξα συμβιώνοντας μαζί τους.

Αφήνοντας έξω κάθε ανάγκη εξοπλισμού και γλωσσικού σωσίβιου, αφέθηκα στα κύματα και στις τρικυμίες να με ταξιδέψουν εντός των ποιημάτων, απολαμβάνοντας την θέα απ’ αυτήν την περίοπτη και προνομιούχο θέση. Ίσως, λοιπόν, πρόκειται για το ημερολόγιο ενός πρωτάρη κολυμβητή.

 

Λίγα βιογραφικά για αρχή: Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, γεννηθείς το 1936, είναι διανοητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ποιητής. Μέλος της καρποφορούσας σπάνιων ανθέων παρέας των Σημειώσεων, μαζί με τους Στέφανο Ροζάνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Μάριο Μαρκίδη, Μάρκο Μέσκο, Παναγιώτη Κονδύλη, κ.α. Μετά τη μαύρη κι απελπιστικά σφιχτή χουντική παρένθεση η παρέα αυτή άφησε έντονο το αποτύπωμά της στα ελληνικά γράμματα: γνωρίζοντας γιατί η σκέψη πρέπει να συνομιλεί με τον εαυτό της, και γιατί η Ποίηση οφείλει να απαντά σε ερωτήματα που δεν τέθηκαν.

 

Ενδεικτικό της αξίας του Λυκιαρδόπουλου είναι το κείμενο του ακριβολόγου Φώτη Τερζάκη:

 

«Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος».

(Πανοπτικόν, τεύχος 20)


Θυμάμαι την… άδολη χαρά μου όταν διάβαζα μετά μανίας τα δοκίμιά του και έπεσα πάνω στην πλήρη αποσυναρμολόγηση και απόρριψη του «Άξιον εστί» στο «Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού» (Η Ρωμιοσύνη στον Παράδεισο, Έρασμος, 2004). Εκεί αναπτύσσει με στιβαρά επιχειρήματα την άποψη ότι το έργο του νομπελίστα Ελύτη αποτελεί μια αντανάκλαση του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού. Γράφω για άδολη χαρά γιατί ίσως ήταν η δικαίωση μιας εφηβικής μου αντίρρησης για στίχους όπως:


Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή

που αρνιέστε να δουλέψτε,

σας έδεσα στ’ αλέτρια μου·

για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί

και λίγη γης να οργώστε

σας κέντησα τη ράχη σας

βαθιά με τη βουκέντρα


Πολλές οι σκέψεις του διανοητή Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που με γοήτευσαν, αλλά επειδή εδώ δε φτάνει ο χώρος για ανάλογες επεκτάσεις και προσεγγίσεις, θα αρκεστώ μόνο στον θαυμαστής εμβρίθειας και οξύτατης αίσθησης στοχασμό του: «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα: «Ή εγώ ή τα τανκς» στην πραγματικότητα κυβερνάει ήδη με τα τανκς -είτε αυτά είναι ορατά όπως στη Βαρσοβία και την Άγκυρα, είτε είναι αόρατα όπως στον «ελεύθερο κόσμο».


Όλα τα προτερήματα του στοχαστή Λυκιαρδόπουλου έχουν μετουσιωθεί στα ποιήματά του. Η φιλοσοφική ορολογία δεν του αρκεί και καταφεύγει στον ποιητικό λόγο, γιατί μ’ αυτόν μπορεί να φτάσει στον μυχό των πραγμάτων. Ποιήματα που δεν κουράζουν, καθώς έχοντας μπολιάσει τα θεμέλια τους με το ακριβό του βίωμα, δημιουργεί μια συνεχή και αξιοπρόσεχτη κίνηση του θυμικού. Δεν περιγράφει ένα συμβάν αλλά το δημιουργεί μέσα από τις λέξεις του. Γνωρίζοντας τη δύναμη της ποιητικής εικόνας, (όχι με τη ζωγραφική της έννοια..), ο στοχαστικός και εσωτερικός ποιητής μας χαρίζει στίχους όπως:


Μέσα σὲ τούτη τή σπηλιά

καίω τὶς τελευταίες μου προθεσμίες

δακρύζοντας ἀπ’ τούς καπνούς.

Κλεισούρα κρύο στήν ψυχή ἐπέτειος δίχως δόξα

– πῶς πάνε οἱ ἄλλοι ἔτσι κατάστηθα στό θάνατο

πῶς πνίγονται ἔτσι στ’ ἀνοιχτά ; (…)

 (Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)


Μιας και ο ίδιος αποφεύγει τη δημοσιότητα όπως ο… διάολος το λιβάνι, οι συλλογές του δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό. Η επιλογή του αυτή είναι κομβικής σημασίας. Όπως εύστοχα γράφει κάπου ο Μάνος Τασάκος, η δουλειά του ποιητή τελειώνει με την τελεία που βάζει, δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη αν ο συγγραφέας έχει ξανθά μαλλιά ή μελιστάλαχτη φωνή, όπως δεν ενδιαφέρει τον κατοικούντα σε ένα διαμέρισμα η απόχρωση της κόμης του αρχιτέκτονος..

Σε μια περίοδο άγριου καταναλωτισμού και ‘’νομιμοποιημένης’’ ευκολίας στάσεις ανάλογες πρέπει να χαίρουν του σεβασμού όλων μας.

Τα ποιήματά του με έθελξαν εξαρχής. Ήταν μια περίοδος που τα κουβαλούσα παντού: στο μετρό, στο βαπόρι, στο μαξιλάρι κ.α. Αργότερα, διαβάζοντας το ποίημα του Κώστα Δεσποινιάδη:


Απόψε βρέχει

κάποιοι στον κόσμο

κρυώνουν – όπως πάντα

κλείστε τα όλα

τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο

τον θόρυβο του κόσμου

και διαβάστε

μόνοι,

παντέρημοι

Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.

 

(Ζέλμπα, Πανοπτικόν, 2017)


συνειδητοποίησα αυτό που αρχικώς είχα διαισθανθεί: παντέρημος κανείς πρέπει να εισχωρήσει στα ποιητικά ύδατα του Λυκιαρδόπουλου. Χωρίς λυσάρι και έτοιμες ερμηνείες για σωσίβιο στις αποσκευές. Άλλωστε, όπως γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης, «Τα ποιήματα συμβαίνουν», όσο εμπιστευτούμε ένα ποίημα στ’ ανοιχτά, τόσο αυτό θα μας δείξει οάσεις και θησαυρούς.


Στην θάλασσα για αρκετά χρόνια, πρώτα ως ναύτης και μετά ως ασυρματιστής σαν τον Καββαδία, με διαφορετικό ναύλο από τον Μαραμπού, ο Λυκιαρδόπουλος γράφει για τη ματαίωση των ιδεολογιών, για την κατεδάφιση του ονείρου,


Ὅταν ἤρθαμε

ὑποχωρούσαν τὰ μεγάλα ὁράματα ἀποδεκατισμένα

στὰ ὑπόγεια καταφύγια τοῦ στίχου


τώρα μᾶς πήραν δρόμοι χωρὶς ἐπιστροφή

βήμα πρὸς βήμα συλλαβίσαμε τὴν ἔρημη δεκαετία

συλλαβίσαμε τὴ ζωή μας μὲ χαμηλὴ φωνὴ καὶ λίγο φῶς

καὶ μὲ τὸ δάκτυλο νὰ διστάζει σὲ κάθε συλλαβή

χάσαμε τὴ ζωή μας λίγο λίγο καὶ χωρὶς σκοπό


Μὰ ποῦ εἶναι οἱ μέρες ποὺ στὶς φλέβες τους κυλοῦσαν

ἄνεμοι χτεσινοὶ αὐριανὰ ποιήματα

ὅταν ἡ ἱστορία πλατάγιζε σὲ κάθε συνοικία

τραντάζοντας τὶς ρίζες τ’ οὐρανοῦ τῆς ἀδικίας τὰ μπαλκόνια


δὲν πρόλαβες τίποτα

-ἀνταύγειες μόνο

κουρέλια μουσικῆς ποὺ τὰ ξεβράζει τ’ ὄνειρο κι ἡ τρέλα

ἀνταύγειες ἀπὸ μιὰ μάχη ποὺ ἄλλοι δώσανε

καὶ χάσανε γιὰ σένα


 (Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)


 


και την απαραίτητη ανάγκη της ουτοπίας, για την… αιμάσσουσα πληγή του συμβιβασμού, για την τάση φυγής προς το ανεκπλήρωτο, για την υπαρξιακή αναζήτηση και αγωνία, αφήνοντας τον αναγνώστη, με μοναδικό εφόδιο τους στίχους, να βρει (ή να εφεύρει) την δική του όαση.

Η μάχη «που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα», είναι η επιτομή εκείνου του αισχρού «βλέπε, άκου, μη μιλάς». Ο κακώς εννοούμενος ατομικισμός, η αποξένωση και η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, (στην οποία συμβάλλει και η τρέχουσα διαίρεση σε πραγματικό και ψηφιακό εαυτό), αποτελεί πλέον μια ανεκρίζωτη τάση. Αυτή η σύγχρονη αλλά αρκούντως μεταβολισμένη μορφή βίας καταφέρνει τεχνηέντως να… εξαφανίσει και το φίδι και την τρύπα.


…πάρτε νερό άπό δῶ πού

βρέθηκε τόσο καθαρό. Ὄχι φωτογραφίες καί χαρτιά

πού κιτρινίζουν, ὅρκους και λόγια πού θά ξεχαστοῦν. Μόνο

λίγο νερό και λίγα φροῦτα γιά τίς πρώτες μέρες – ὅσο νά

συνηθίσετε ξανά στήν πείνα καί τή δίψα…

 


Θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο

εἶναι στιγμές πού δέν τό βρίσκουν οἱ καιροί

κι ὁ ποταμός Μεκόγκ πού μέ ἀνακρίνει.

Ὁ πόλεμος δέν μοῦ πῆρε τίποτα

ἔχασα τή ζωή μου ἐν εἰρήνη

άλλάζοντας καταφύγια

ἔμαθα τον ἀποχαιρετισμό σ’ ὅλες τίς γλώσσες.

Ξέρω

τή λευτεριά δέν τήν κερδίζεις φεύγοντας

οὔτε γυρίζοντας τόν διακόπτη σβήνοντας τό μυαλό

τά δάση πού κρυβόμαστε αὔριο θά πιάσουνε φωτιά

καί μεῖς θα βγοῦμε κλαίγοντας ἔξω ἀπό τοῦτες τίς σελίδες

– ὅσοι θά ζἠσουνε θά ζήσουν ἔξω ἀπ΄τίς σπηλιές.

Ὅμως ἀπόψε

θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο

βάλε τό ξυπνητήρι στίς ἑφτά

πάνω στό δέρμα σου παραμιλάει τό νερό

πάνω στά χείλια σου πεθαίνουν ὅλες μου οἱ λέξεις.

θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο

(… κι ἄν κἀπου κάπου ἀνατριχιάζουν οἱ κουρτίνες

δέν εἶν’ ἀγέρας ἀπ΄τά περασμένα

τό φῶς εἶναι μονάχα

καί τῆς αὐγῆς τά ξαφνικά πουλιά…).

 

 

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

 


Γραμμένο το 1968, 50 χρόνια πίσω κι όμως τόσο σημερινό. Διαβάζοντας το ξανά και ξανά … αντηχάει πίσω μου ο, συνήθης ύποπτος, Καρυωτάκης:


Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,

στὸν πλατὺ κόσμο μιὰ θέση.


Με ελεύθερο στίχο εδώ (αλλού προτιμάει τον έμμετρο ομοιοκατάληκτο), ο ποιητής που «έχασε τη ζωή του εν ειρήνη» επιμένει στο δωμάτιο που δεν το βρίσκει κανείς, τις αναμνήσεις που κρατά κλειδαμπαρωμένες στα μύχια της συνείδησής του.


Μα, στην ουσία, μιλάμε για μια εμπόλεμη και στο φαινόμενο μονάχα ειρήνη


μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα

μεγαλώσαμε 


(Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)


που τον διώχνει και τον αναγκάζει «να αλλάζει καταφύγια», αλλά να καταλήγει πως «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό» προς την ελευθερία.


Δε γίνεται με αναχρονιστικά μέσα ο πόλεμος αυτός -τρύπωσε υπογείως σε υπνωτικά ριάλιτι παιχνίδια, στην ηρωοποίηση ποδοσφαιριστών και καλλιτεχνών που αναπαράγουν τυποποιημένα μηνύματα αποβλάκωσης, στον στιγματισμό του διαφορετικού και στον εξοστρακισμό του δημιουργικού – σημαντικός σύμμαχος η ομοιομορφία -, στον ανταγωνισμό, ο οποίος με την κουκούλα της εξέλιξης, αντί για μικρογραφία σφαγής αποκαλείται… υγεία.


ΛΟΞΟΔΡΟΜΙΑ

Ι


Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα

γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον

γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες

γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις


Γιατί

στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου

τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή

…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε

τήν πόλη καί τή θάλασσα

τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει


Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα

ἡ θάλασσα σέ πίστεψε

ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια


Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο

οὔτε μέ τήν ἀγάπη

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)


Ο άνθρωπος, ανοιχτοχέρης στις εκπτώσεις, συνεπαρμένος από την ψευδαίσθηση του μεγαλείου (και γι’ αυτό βαρήκοος στο μοιρολόι της αλήθειας), λοιδορεί το «δούναι και λαβείν», συνθλίβει κάθε τι ατομικό μέσα του, για μια άλλη ψευδαίσθηση, αυτήν της ασφάλειας, και γίνεται έτοιμη λεία για «αθέλητες» παγιδεύσεις στα πλοκάμια ιδεολογιών και αρτηριοσκληρωτικών δογμάτων. Κι όταν τα όρια χαθούν, δε διστάζει να εξακοντίζει τη ρητορεία ενός αρτίως σχεδιασμένου, καλοζυγισμένου και επικερδούς ουμανισμού. Μη γνωρίζοντας όμως πως δεν υπάρχει πια ο στόχος…


Είναι παρήγορο να βρίσκεις τέτοια ποιήματα που η αναπνοή τους πασχίζει να τα κρατήσει όρθια μέσα στον στροβιλισμό της πραγματικότητας.

Όλα τα αληθινά ποιήματα είναι αυτόχρημα και μια πολιτική καταγγελία κι ο ποιητής, ο ταγμένος στο λειτούργημα που λέγεται Ποίηση, οφείλει να διαισθάνεται και να εκφράζει με διορατικότητα όσα οι πολιτικοί (ή πολιτικάντηδες;) και η κοινωνία αρνούνται πεισματικά να δουν, (αν και διοπτροφόροι οι πλείστοι..).

ΙΙ

Τραγούδια ποὺ ξεκίνησαν μὲ ἀνέμους στὰ κατάρτια τους

τραγούδια ποὺ στὶς φλέβες τους ἀπὸ καιρὸ σταμάτησε τὸ αἶμα

χρόνια ποὺ τὰ προσμέναμε σὰν τὰ βεγγαλικά

χρόνια ποὺ σβήσανε προτοῦ ν’ ἀνάψουν ὅλο τους τὸ μπόι

δρόμοι ποὺ θὰ ‘φέρναν στὸ μέλλον

δρόμοι ποὺ τέλειωσαν

μπροστὰ σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τ’ ὄνομα σου ἤ τ’ ὄνομα μου στὴν πόρτα

Ἔτσι λοιπὸν θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη;

μικραίνοντας

μικραίνοντας

μικραίνοντας

ἔτσι θὰ πάμε ὥς τὴν ἄκρη τῆς ζωῆς μας;

 

 (Ραγισμένο ταμπούρλο, Ύψιλον, 2006)

 

Η πρόοδος τελικά δεν ήταν γραμμική. Όλος ο συρφετός με τα τεχνολογικά καλούδια και τις απαστράπτουσες συσκευές που κουβαλούσε αποδείχτηκε φενάκη. Ο μικροαστισμός έγινε πλέον κανονικότητα και όλη η ορμή του ονείρου σταμάτησε απότομα σ’ ένα καμουφλαρισμένο αδιέξοδο: στην πόρτα ενός γραφείου ή ενός γυαλισμένου αυτοκινήτου. Οι τελευταίοι 5 στίχοι, με αυτό το “μικραίνοντας” να επαναλαμβάνεται σαν μαχαιριά, συμπυκνώνουν την έκβαση μιας ύπαρξης που εναντιώθηκε στη συνείδησή της για χάρη της πλαστικής άνεσης..


ΑΚΤΗ

 

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γύρισε σπίτι ἐπιτέλους

ἄφησε τὴ μοναξιά του στὰ τραγούδια

ἄφησε τοὺς συντρόφους του σὲ μιὰ σχεδία

ἔκοψε τὰ γένια του χαμογελάει σὲ ὅλους.

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ πιὰ οὔτε νὰ κλάψει

γιατὶ οἱ δικοί του εἶν’ εὐτυχεῖς ποὺ τὸν κέρδισαν πάλι

γιατὶ τὸ κύμα ποὺ ‘ρθε κι ἔφυγε παίρνοντας τόση ζωή

αὐτὸν τὸ γιὸ τὸν ἄκριβὸ τὸν ξέρασε πίσω στ’ ἀκρογιάλι.

Ἐδῶ μεγάλωσε καὶ πέθανε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη

κοντὰ στὴ μάνα του καὶ τὸν πατέρα του ἔχασε τὴν ψυχή του

ἐδῶ δίπλα στὴ θάλασσα τὸν σάπισε τὸ καλοκαίρι

κι ἡ ἄμμος ἤπιε τὴ φωνή του.

 

(Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987, Ύψιλον)

 


Εδώ είναι μαζεμένη όλη η ένταση και το σφίξιμο του συμβιβασμού, «αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια ούτε να κλάψει». Στριμωγμένος στο κοστούμι που του φόρεσαν, ακολουθώντας ευλαβικώς καθωσπρεπισμούς και στερεότυπα, αφήνοντας πίσω τα ενδύματα του ονείρου για την θαλπωρή και την ασφάλεια, πνίγεται και ο πνιγμός αυτός είναι ο χειρότερος…


ΙΙΙ


Ὅλα παιγμένα πάνω σ᾿ ἕνα ψέμα ἀληθινό

τόσο τρυφερά

μ᾿ ἔμπειρα δάχτυλα

στό πιάνο

ὅλα παιγμένα

πάνω σ᾿ ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.


Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου

κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια

ἔστω κι ἄν εἶναι νά σωπάσουμε γιά πάντα.

(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)


Υπάρχει μια μελαγχολική διάθεση στα ποιήματα του Λυκιαρδόπουλου, μια καλά ριζωμένη απαισιοδοξία, όχι όμως ρομαντικής χροιάς ή κουραστικής (πλέον) συναισθηματολογίας, αλλά μια συνεχής πυξίδα για το γίγνεσθαι. Ένας κώδωνας κινδύνου προς όλους εμάς τους καθημαγμένους ερασιτέχνες του Πραγματικού, που έλεγε ο Καρούζος, ώστε να αποφύγουμε τις ευκολίες και να πράττουμε κατά τον δαίμονα εαυτού.. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς καλεί να παρακούσουμε τον καπετάνιο, να γίνουμε αποστάτες. Με ένα συνεχές κάλεσμα για εξέγερση, για ατομική επανάσταση. Η οποία δεν επιτυγχάνεται δίχως την αυτοκατάφαση και τον αυτοπροσδιορισμό. Κοντολογίς, «Γοργά προς τον εαυτό σου», που έλεγε ο Γερμανός από το Ρέκεν με το μεγάλο, θρασύτατο, μουστάκι…


Ε. Μύρων