Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ποιητική Καθομιλουμένη‏

Αναποδογυρνώντας ό,τι ήξερα
μέχρι να τρέξει αίμα
ή να εκπλαγεί που ζούσε τόσα χρόνια ανάποδα


σκίζοντας άχρηστα παραπετάσματα
και άλλα επικίνδυνα - δεν τρόμαξε στιγμή -

με ρυθμούς, που κάνουν τις φλούδες να λικνίζονται
αθώες σαν νιφάδες, παρασυρμένες από τρελό χορό

και ανέμους που χτυπούν τις πόρτες
και σπάνε τους μεντεσέδες

σκάβοντας λαγούμια στους τοίχους, προς το φως

τολμώντας μέσα μου προβολή εικόνων απ' έξω
τόσο ήρεμα αποκαλυπτικές
τόσο τρομακτικά μακρινές
τόσο ξένα οικείες

ανοίγοντας δρόμους - Θεέ μου, πόσους καινούργιους δρόμους,
που το σκοτάδι επιμελώς έκρυβε


να λούζομαι στους προορισμούς,
να με στεγνώνει ο πιο ζεστός ήλιος
και να με βάζει για ύπνο φεγγάρι ακέραιο του Αυγούστου,
όλο το χρόνο για πάντα

Και να έχει ο πίνακας και καράβι και σύννεφα,
ένα δέντρο κι ένα τόσο δα μικρό σπίτι
πουλιά και νερά
και φιγούρες πανέμορφες από μεθυσμένο πινέλο
δυο - τρεις νότες
από άλλο κόσμο και άυλα χέρια παιγμένες


Να αποκαθίσταται επιτέλους το κίτρινο
ξυπνώντας μου την ποιητική καθομιλουμένη.


Chalki