Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

"Σχήμα" του Τάκη Παπατσώνη

"Γιατί γράφουμε;" με ρώτησε μια μέρα ο Μύρωνας ξαφνικά, σε μια συζήτηση για παλιά ψέματα και νέα λάθη.
"Γιατί; Για να βρούμε την Aλήθεια" απάντησε μόνος του. "Γι' αυτό γράφουμε. Γι' αυτό απαγορεύεται να πούμε οποιοδήποτε ψέμα μεταξύ μας ή στον εαυτό μας. Γι' αυτό επιβάλλεται να ξεγυμνωθούμε."
Αργότερα ήρθε θριαμβευτικά με το Σχήμα του Παπατσώνη στα χέρια και αυτή τη λάμψη στα μάτια, που έχει όταν σκέφτεται ποίημα και όταν κάτι εξίσου τον ενθουσιάζει.
"Αυτό" φωνάζει.
"Αυτό" απαντάω κι εγώ σαν ηχώ, γιατί στον ποιητή, που βρήκε κάτι να τον γοητεύσει, να τον κερδίσει και να τον καθηλώσει με σεβασμό, αντίρρηση δε φέρνεις.

Αυτό, λοιπόν.
Μια νύχτα η ζωή μας, μια νύχτα ο δρόμος μας.
Μικρά βοηθήματα τα αστέρια, το λυκόφως, το σπιτάκι στην ερημιά και καλυμμένα με βαριά παραπετάσματα τα σημαντικά και τα σπουδαία. 
Μικροί κι εμείς, αποκαμωμένοι, με το φορτίο μας και τα φορτία των άλλων στους ώμους, σκυφτοί, να παλεύουμε, να γονατίζουμε, να προχωράμε.
Να μη βλέπουμε, να πληγωνόμαστε ψηλαφώντας τραχιές επιφάνειες, να τσαλαβουτάμε σε λακκούβες, να λασπωνόμαστε.
Όμως... κάπου χωρίζουν οι δρόμοι μας...
Άλλοι φεύγουν προς το βουνό, που πίσω του γλυκοχαράζει η νέα μέρα και χαλαλίζουν τον κόπο τού σκοτεινού δρόμου γι' αυτό το φωτεινό προορισμό.
Άλλοι φεύγουν για την άβυσσο, το σκοτάδι το πηχτό, το στερημένο αστεριών κι ανατολής και συνεχίζουν αέναα, χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα.
Ναι, μια νύχτα ο δρόμος μας κι επιλογή δεν έχουμε.
Ας είμαστε σοφοί με τον προορισμό μας.

Chalki για τον Αλέκτωρα, Μάιος 2016

Σχήμα

Δὲν εἶναι φωτεινότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια•
ψάχνεις μ' ἔρωτα καὶ μανία νὰ τήνε βρεῖς ;
εἶναι ἡ ἔρευνά σου σὰν τὴ Νύχτα καρποφόρα,
ποὺ ἔχει ἀσφαλές, ὅτι θὰ σκάσει ὁ Ἥλιος πομπωδῶς•
ἡ ἔρευνά σου σὰν τὴ Νύχτα, ποὺ ὅσα ἐρέβη
καὶ ἂν δέρνουν, κάτι σιγολάμπει, εἴτε ἡ πληθώρα
τῶν ἄστρων, εἴτε, ἔστω, ἡ ἀγωνιώδης μέσῳ συγνέφων
θολὴ ἐκείνη φωταύγεια ποὺ ὁδηγάει.
Ἀντίθετα, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τὴν Ἀλήθεια,
εἶναι τῆς ἀμεριμνησίας του ἡ δῆθεν γαλήνη
σὰν τὴν αἰώνια νύχτα τοῦ κακοῦ θανάτου,—ἄκαρπη,
δίχως οὐδενὸς πράγματος φόβο ἢ ἐλπίδα, δίχως ἀρχή,
δίχως τέλος, ἀσυνείδητη, σὰν τὴν ψιλὴ ἔννοια
θανάτου δίχως τρόπαια χρωμάτων, δίχως κὰν τὴν στιλπνότητα
Κρίσεως μελλοντικιᾶς μετὰ σαλπίγγων.



Από τη Συλλογή "ΕΚΛΟΓΗ Α', URSA MINOR, ΕΚΛΟΓΗ Β'"

Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα 1988